Sunday, January 1, 2017

Η Ρωσία δε βιάζεται - εμείς βιαζόμαστε
                                                              Κυριάκος Τζιαμπάζης*
Η Ρωσία είναι παγκόσμια δύναμη και ασκεί σοβαρή επίδραση στην παγκόσμια πολιτική αρένα. Αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Τελευταίο παράδειγμα η συνεργασία της με τις ΗΠΑ για κοινή πολιτική για διευθέτηση του συριακού προβλήματος. Με την επιμονή της κατάφερε να παραμείνει στο κέντρο των συζητήσεων, η παραμονή του Σύρου Προέδρου Άσσαντ, αλλά και με τη στρατιωτική τους παρέμβαση έχουν αποδυναμώσει τις αντι-Ασσαντικές δυνάμεις, οι οποίες υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Αν τα αναφέρω αυτά είναι για να τονίσω ακριβώς το ρόλο που είναι σε θέση να διαδραματίζει η Ρωσική κυβέρνηση, όταν η ίδια θελήσει να ασκήσει τέτοιο ρόλο.
Στο παρελθόν η ανάμειξη της ΕΣΣΔ στο κυπριακό εκφράστηκε θετικά, αλλά χωρίς να δοθεί συνέχεια, μόνο σε δυο περιπτώσεις: Η πρώτη περίπτωση ήταν οι πρόταση της για ομοσπονδία, η οποία διατυπώθηκε από τον ΥΠΕΞ Α. Γκρομύκο στην  εφημερίδα «Ιζβέστια», ημ. 21/1/1965. Στη δήλωση του ο Α. Γκρομύκο αναφέρει τα ακόλουθα: «Η εσωτερική διάρθρωση του κυπριακού κράτους αποτελεί αποκλειστική υπόθεση του Κυπριακού λαού, ο οποίος μπορεί να διαλέξει με πλήρη ανεξαρτησία τη μορφή διακυβέρνησης που του ταιριάζει καλύτερα, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα συμφέροντα της ελληνικής και τουρκικής κοινότητας, μέσα στα πλαίσια του κυπριακού κράτους. Η ομοσπονδιακή μορφή θα μπορούσε να επιλεγεί. Είναι αυτονόητο, ότι μια τέτοια μορφή διάρθρωσης προϋποθέτει την ύπαρξη ενιαίας κεντρικής κυβέρνησης, ενιαίας οργάνωσης άμυνας, ενιαίο διοικητικό και δικαστικό μηχανισμό. Επαναλαμβάνω ότι ο Κυπριακός λαός έχει το κυριαρχικό δικαίωμα να ρυθμίσει μόνος του τη μορφή της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κύπρου. Κάθε μορφή ή προσπάθεια ανάμειξης στη ρύθμιση αυτού του προβλήματος πρέπει να παραμεριστεί κατηγορηματικά».
Ήταν μια πολύ σοφή πρόταση, η οποία ανταποκρινόταν στα συμφέροντα των Κυπρίων στο σύνολο τους. Δυστυχώς ενώ διατυπώθηκε αυτή η άποψη, το υπουργείο Εξωτερικών της ΕΣΣΔ δεν έδωσε συνέχεια, επειδή ίσως, -σ’ αυτό κάνω μια υπόθεση- η «ένωση» ως πολιτική των Ελληνοκυπρίων αποτελούσε εκρηκτική ύλη στα σωθικά του ΝΑΤΟ, η οποία με την έκρηξη της θα το οδηγούσε σε διάλυση. Αυτό επισκίασε κάθε άλλη ιδέα, γι’ αυτό και δεν κατέβαλε καμιά προσπάθεια να συζητήσει με τις δυο πλευρές, παρ’ όλο που διατηρούσε σχέσεις και με την Τουρκία και με την Κυπριακή Δημοκρατία. Εκείνη την εποχή, οι σχέσεις της με την Τουρκία βρίσκονταν σε πολύ ψηλό επίπεδο και η θέση για Ομοσπονδία χωρίς τη μετακίνηση πληθυσμών, επαναλήφθηκε και κατά την επίσκεψη Κοσύγκιν τον επόμενο χρόνο στην Άγκυρα. Για να είμαστε ειλικρινείς, σ’ αυτό φέρει τεράστια ευθύνη και η κυβέρνηση της Κύπρου, αλλά και το ΑΚΕΛ, στο γεγονός ότι δεν βρήκε γόνιμο έδαφος η πρόταση αυτή. Έκτοτε  και μέχρι το 1986 η πολιτική της Ρωσίας ήταν μια παγερή διατύπωση ουδετέρων θέσεων και χωρίς την καταβολή προσπάθειας με προσφορά είτε καλών υπηρεσιών είτε μεσολάβησης για διευθέτηση του προβλήματος. Η δεύτερη προσπάθεια είναι οι προτάσεις που κατέθεσε οι Μ. Γκορμπατσώφ, αλλά δεν προωθήθηκαν αφού σε σύντομο διάστημα η ΕΣΣΔ εισήλθε σε πορεία εσωστρέφειας που τελικά οδήγησε στη διάλυση της.
Μετά το 1974 επεκράτησε η πολιτική της μη ανάμειξης στο πρόβλημα που πήρε άλλες διαστάσεις, ύστερα από το πραξικόπημα και την εισβολή της Τουρκίας στην χώρα μας. Στην εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ επεκράτησε η άποψη, ότι το κυπριακό μπορούσε να αποτελέσει μόνιμη εστία αντιπαραθέσεων μέσα στο ίδιο το ΝΑΤΟ και δεν είχε τη διάθεση να βοηθήσει στη διευθέτηση του κυπριακού για να λυθούν τα προβλήματα του ΝΑΤΟ. Με άλλα λόγια, πρώτα ήταν τα συμφέροντα της ΕΣΣΔ και η Κύπρος και το μέλλον του λαού της βρισκόταν έξω από τον πολιτικό ορίζοντα της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ. Το παράδειγμα της θέσης που έλαβε το 1978 έναντι του αμερικανο-αγγλο-καναδικού σχεδίου λύσης οδηγεί σ’ αυτό το λογικό συμπέρασμα. Βέβαια, η ΕΣΣΔ θα μπορούσε να συμβληθεί σ’ αυτές τις προσπάθειες και να απαιτήσει να συμμετέχει στη διευθέτηση του κυπριακού αν πραγματικά ήθελε να επιλυθεί το πρόβλημα. Δυστυχώς άσκησε την εξωτερική πολιτική που θεωρούσε πιο συμφέρουσα γι’ αυτήν, την ευθύνη έφεραν οι ίδιοι οι Κύπριοι που δεν εννοούσαν να απαλλαγούν από τα α-λυτρωτικά τους εθνοτικά κόμπλεξ. Τότε στην Κύπρο, τα ελληνοκυπριακά χωριά ήταν ακόμα κενά, οι έποικοι ήταν μονάδες και οι συζητήσεις για επιστροφή εδαφών θα είχε άλλη βάση από αυτήν που είχε αργότερα. Ο χρόνος δημιούργησε τετελεσμένα που σήμερα είναι ακατόρθωτο να ξεπεραστούν.
Επί του προκειμένου: η δήλωση της κας Ζαχάροβα, η οποία υποβάλλει άμεσα και χωρίς περιστροφές ότι, δεν πρέπει να βιαζόμαστε για λύση, επειδή είναι δυνατόν η βιασύνη να μας οδηγήσει σε δεσμεύσεις όπως εκείνες του 2004 με το σχέδιο Ανάν. Δεν θα σχολιάσω το τι έγινε στην περίοδο του 2004, εξάλλου δεν έχει πια καμιά σημασία, είναι ένα παρελθόν και σαν τέτοιο θα το αξιολογήσουν οι ιστορικοί μετά τη διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος. Όμως, αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι, η αναφορά της κας Ζαχάροβα στο σχέδιο Ανάν στρέφεται ενάντια στις προσπάθειες που καταβάλλονται από τους ηγέτες των δυο κοινοτήτων Ν. Αναστασιάδη και Μ. Ακκιντζί για ρύθμιση του προβλήματος. Το κυπριακό έκλεισε ήδη μισό αιώνα χωρίς να λυθεί, στο έδαφος έχουν διαμορφωθεί άλλες πραγματικότητες, επειδή η ζωή τις υποβάλλει και κανείς δεν μπορεί να τις εμποδίσει, αλλά και τα πολιτικά οράματα έχουν ανακατασκευαστεί, έτσι που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εποχής τους.
Προσωπικά δεν μπορώ να αντιληφθώ τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων που η δήλωση της εκπροσώπου του ΥΠΕΞ Ρωσίας τυποποιεί. Να σκεφθώ ότι, επανήλθε η Ρωσία στην πολιτική που ακολουθούσε η ΕΣΣΔ;
Θεωρώ ως ένα πολύ σοβαρό πολιτικό ολίσθημα αυτή τη δήλωση. Θα ήταν πολύ θετικό αν η Ρωσία τασσόταν υπέρ της άμεσης και ταχύτερης λύσης του προβλήματος της χώρας μου, ότι θα αναλάμβανε και η ίδια πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα θετικό πολιτικό κλίμα, λαμβανομένου υπόψη των καλών σχέσεων, οικονομικών, πολιτικών και άλλων, που διατηρεί με την Τουρκία. Θα ήταν μια θετική προσφορά προς τον κυπριακό λαό, παρά να βρίσκεται στην άλλη όχθη. Θεωρώ ότι αυτή η πολιτική θέση ενισχύει περισσότερο τις εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες απορρίπτουν κάθε προσπάθεια διευθέτησης του προβλήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι, μόνο αυτές οι δυνάμεις χαιρέτησαν τη δήλωση της κας Ζαχάροβα.
Είναι αναγκαίο να εξετάσουμε αυτή τη δήλωση και από μια άλλη γωνία ανάλυσης: σε ποιους έλεγε η κα Ζαχάροβα «να μη βιάζονται»; Στους Κυπρίους ή στην Τουρκία; Αν η Τουρκία λάβει αυτό το μήνυμα ως προτροπή να μη προχωρήσει στη διευθέτηση και αν εκτιμήσει ότι αυτό της συμφέρει στην υλοποίηση των στρατηγικών της συμφερόντων, γιατί να βιαστεί, όταν θα έχει και την υποστήριξη μιας μεγάλης δύναμης με την οποία η οικονομική της συνεργασία θα ξεπεράσει ίσως τα $100 δις; Σε ποιον τελικά θα τείνει ευήκοον ους η Τουρκία; Στην μικρή Κύπρο, που ο συνολικός της πληθυσμός δεν ξεπερνά το εκατομμύριο, αφού που έτσι και αλλιώς το ένα της πόδι βρίσκεται εδώ και δεν κανείς μπορεί να την εκδιώξει;
Θεωρώ λοιπόν, μέγιστο λάθος τη δήλωση της κας Ζαχάροβα. Επείγει η αναθεώρηση αυτής της πολιτικής, αν όντως ορθά η κα Ζαχάροβα απεικόνισε με τις δηλώσεις της τη θέση της ρωσικής κυβέρνησης. Μας ενδιαφέρει η Ρωσία να συμμετέχει στη ρύθμιση του κυπριακού, αλλά όχι με τη μορφή της αντιπαράθεσης, αλλά της συμμετοχής στην προσπάθεια για τη διευθέτηση του.


*Ο συγγραφέας του άρθρου απεφοίτησε από το νομικό τμήμα του πανεπιστήμιο Κιέβου, τον κλάδο του Διεθνούς Δικαίου (1971) και την Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών στη Μόσχα (1974).

No comments:

Post a Comment